ΑΠΟΨΕΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΣΙΟΥ ΕΠ (Ν.3982/2011). 15.1.2021
Αθήνα 15 Ιανουαρίου 2021
Αρ. Πρωτ.: 3.746
Προς: Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή Επιχειρηματικών Πάρκων
Κοιν.: Re.De-Plan AE Consultants
Θέμα: ΑΠΟΨΕΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΣΙΟΥ ΕΠ (Ν.3982/2011).
Σχετ.: Τα από 24/12/2020 και 11/01/2021 email της Ernst & Young
Κύριοι,
Ως ΣΒΑΠ εκπροσωπούμε τη βιομηχανία σε μια περιοχή που ιστορικά μαζί με τη Βοιωτία λέγεται ότι εισφέρει το 40-45% του μεταποιητικού ΑΕΠ και το μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου πλούτου από τον ανερχόμενο κλάδο της εφοδιαστικής, με εισφορά στο εθνικό ΑΕΠ 9.02% σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της Ελληνικής Εταιρίας Logistics.
Παρ’ όλα αυτά, οι επιχειρήσεις μας στεγάζονται σε απαράδεκτες συνθήκες οριακής νομιμότητας, με μεγάλο κόστος εγκατάστασης και λειτουργίας, καθώς στην περιοχή μας (ΑττικόΒοιωτία) υπάρχει το 2,86% της εθνικά διαθέσιμης πολεοδομημένης γης, ΜΟΝΟ. Σας θυμίζουμε ότι στην ΑΤΤΙΚΗ και τη Βοιωτία υπάρχει μόνο το υπερκορεσμένο Πάρκο του Σχιστού, το Πάρκο της Κερατέας που δε φαίνεται να εξυπηρετεί μαζικά, λόγω θέσης και το ανολοκλήρωτο Πάρκο των Άνω Λιοσίων.
35 χρόνια νομοθετικών προσπαθειών για τις χρήσεις γης και την ανάπτυξη βιομηχανικών περιοχών και Επιχειρηματικών Πάρκων, δεν έχουν μέχρι σήμερα ευδοκιμήσει, όσο το χρειάζεται η παραγωγή και η εθνική οικονομία στην επικράτεια και ιδίως στην Αττική που είναι και το κύριο ενδιαφέρον του ΣΒΑΠ. Η εκτός σχεδίου δόμηση συνεχίζει να αποτελεί τον κανόνα κτηριακής «ανάπτυξης», των επαγγελματικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανίας και της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Άτυπες βιομηχανικές συγκεντρώσεις σε περιοχές χωρίς δίκτυα και υποδομές πρόσβασης και περιβαλλοντικής διαχείρισης, είναι δυστυχώς το αποκλειστικό μοντέλο που συναντάμε σε 15 και πλέον μεγάλες συστάδες εγκαταστάσεων στην Αττική, από τον Ασπρόπυργο και τη Μαγούλα μέχρι το Μαρκόπουλο και τα Καλύβια.
Τα σημάδια αυτής της υπανάπτυξης είναι πολύ ορατά στην επιχειρηματικότητα που τα τελευταία χρόνια υφίσταται αλεπάλληλες δοκιμασίες και κρίσεις και πλέον απαιτεί μεγάλες και οργανωμένες υποδομές Επιχειρηματικών Πάρκων και Επιχειρηματικών Πάρκων Εξυγίανσης. Αυτή η επιθυμία και ανάγκη εντείνεται πολύ περισσότερο τα τελευταία χρόνια λόγω και της κλιματικής αλλαγής και των φυσικών καταστροφών μεγάλης κλίμακας που συχνά προκαλούν ανορθόδοξες και ανυπολόγιστες συνέπειες και στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων, όπως έδειξε το ακραίο παράδειγμα στη Μάνδρα.
Συμπερασματικά, παρά τις πολύ σημαντικές νομοθετικές προσπάθειες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για τις επιχειρήσεις μέσα στα Πάρκα, η βιομηχανία στην Αττική δεν έχει καμία ευκαιρία να τις αξιοποιήσει. Για παράδειγμα, αξίζει να αναφερθεί η πρόσφατη μεταρρύθμιση στην περιβαλλοντική νομοθεσία όπου η περιβαλλοντική κατηγορία μιας επιχείρησης μεταπίπτει στην αμέσως υποκείμενη, αν αυτή είναι εγκατεστημένη σε Πάρκα. Ανάλογο είναι και το παράδειγμα των ειδικών κινήτρων που δίνονται στον Αναπτυξιακό νόμο.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που έχουν οδηγήσει σ’ αυτή την κατάσταση σ’ όλη τη χώρα αλλά και στην Αττική, όπου η προτεραιότητά μας είναι να οργανώσουμε επιτέλους τις μεγάλες άτυπες συγκεντρώσεις και να φτιάξουμε ΠΑΡΚΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ. Δεν υπάρχουν περιθώρια για νέα Πάρκα σε αδόμητες εκτάσεις στην Αττική, ούτε θέλουμε να βάλουμε τις επιχειρήσεις μας σε μια ατελείωτη και δαπανηρή διαδικασία υποχρεωτικής μετεγκατάστασης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που διαπιστώνουμε είναι η έλλειψη προγραμμάτων γενναίας επιχορήγησης και για τα Πάρκα (συγχρηματοδότηση της εισφοράς σε χρήμα) και για τη μετεγκατάσταση των επιχειρήσεων σ’ αυτά, όταν και εάν κατασκευαστούν. Όμως υπάρχουν και πολύ μεγάλα προβλήματα στη νομοθεσία για τα Πάρκα, ιδίως όπως εφαρμόζεται.
Πρόσφατα κληθήκαμε από τον ΣΕΒ, να συμβάλουμε με ιδέες και προτάσεις μας στη συζήτηση που γίνεται στη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για τα Πάρκα, την οποία εσείς τώρα καλείστε να συμβουλέψτε. Οι γνώμες που διατυπώσαμε στηρίχτηκαν στη μελέτη της περίπτωσης της περιοχής του Ασπροπύργου, αλλά και της Βαμβακιάς Ελευσίνας, την εξέλιξη των οποίων παρακολουθούμε για σειρά ετών. Πρόκειται για περιοχές στις οποίες έχουν χωροθετηθεί προ δεκαετιών βιομηχανικές, βιοτεχνικές και εμπορευματικές κυρίως δραστηριότητες, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί μέριμνα για την ορθολογική ανάπτυξή τους στο χώρο καθώς δεν υφίσταται ούτε καν στοιχειώδης ρυμοτομία (πλάτος δρόμων, κοινόχρηστοι χώροι) ενώ υπάρχει παντελής έλλειψη υποδομών (περιβαλλοντικές υποδομές, δίκτυα όμβριων υδάτων, κλπ.) ενώ υπάρχουν πολύ μεγάλα προβλήματα ασφάλειας, κλοπών, κλπ.
Οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στις παραπάνω περιοχές έχουν κάνει τιτάνιες προσπάθειες να οργανώσουν Επιχειρηματικά Πάρκα με τεράστιες δυσκολίες, εμπόδια και αγκυλώσεις, πολλά εκ των οποίων ίσως οφείλονται και σε νομοθετικές ελλείψεις ή κενά.
Αυτό αποδεικνύεται ατράνταχτα καθώς στην πράξη τα προβλήματα αδειοδότησης των Πάρκων είναι μεγάλα. Αξίζει να αναφερθεί ότι στον Ασπρόπυργο (ΒΙΠΑΝΟΤ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΥ ΑΕ) ενώ το κράτος θα έπρεπε να πιέζει για την εξυγίανση της βιομηχανικής περιοχής, η ΚΥΑ χρειάστηκε 10 χρόνια για να εκδοθεί. Τα μεγαλύτερα προβλήματα ήταν στην ΑΕΠΟ /ΜΠΕ και στο Μετοχικό Κεφάλαιο, καθώς στα 10 χρόνια που πέρασαν, εκτός της κρίσης, υπήρξαν εταιρίες που άλλαξαν χέρια, προσανατολισμό, προτεραιότητες, κλπ.
Ομοίως στη Βαμβακιά όπου οι επιχειρήσεις αυτοχρηματοδοτούν τα έργα υποδομής και την πολεοδόμησή τους με πολλά εκατομμύρια, η ΚΥΑ χρειάστηκε 4 και πλέον χρόνια για να εκδοθεί και ο Φορέας καθυστέρησε 3 σχεδόν χρόνια να εισπράξει τα χρήματα των εισφορών σε χρήμα που είχαν καταθέσει οι ιδιοκτήτες γης, για να ξεκινήσει το έργο.
Αυτό σημαίνει ότι οι βελτιώσεις που έχουν επέλθει στο θεσμικό πλαίσιο τα τελευταία έτη έχουν απλοποιήσει σημαντικά τα διαδικαστικά θέματα αδειοδότησης των επιχειρήσεων αλλά όχι των Πάρκων. Για παράδειγμα ζητάμε επί χρόνια η περιβαλλοντική κατηγορία του Πάρκου να είναι συνάρτηση του μεγέθους του και όχι όλα τα Πάρκα, μικρά και μεγάλα, να εντάσσονται στην κατηγορία Α1. Το αίτημα αυτό, ενώ όλοι το θεωρούν σωστό, ουδέποτε νομοθετήθηκε.
Ένα άλλο θέμα που θέλουμε να επισημάνουμε με βάση τα παραπάνω παραδείγματα των άτυπων συγκεντρώσεων είναι τα προβλήματα πολεοδομικής/ λειτουργικής/ οργανωτικής φύσης αλλά και οι αντιδράσεις που έχουν καταγραφεί στην προσπάθεια πολεοδομικής οργάνωσης αυτών των περιοχών μέσω του θεσμού του Επιχειρηματικού Πάρκου και του Επιχειρηματικού Πάρκου Εξυγίανσης, λόγω της ήδη διαμορφωμένης κατάστασης, που υπάρχει με κτήρια και επιχειρήσεις εν λειτουργία.
Το δικό μας συμπέρασμα από τα παραπάνω προβλήματα είναι ότι η υλοποίηση της εξυγίανσης με την κατασκευή Πάρκου σε περιοχές με ήδη διαμορφωμένο καθεστώς χρήσεων και άτυπων συγκεντρώσεων και με επιχειρήσεις εν λειτουργία, επιβάλει μακρά και επώδυνη διαδικασία διαβουλεύσεων και ενημέρωσης για να πεισθούν τα εμπλεκόμενα μέρη για τα οφέλη της οργάνωσης και της πολεοδόμησης. Ειδικότερα, ο πολεοδομικός σχεδιασμός πρέπει να γίνεται βήμα-βήμα και πολύ προσεκτικά σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις έτσι ώστε να εξασφαλίζεται, όπου είναι δυνατόν, η σύμφωνη γνώμη τους για την εισφορά σε γη από περιοχές που δεν θίγεται η λειτουργία της επιχείρησης. Μια τέτοια προσέγγιση, θα αποδυναμώσει ή/και θα ακυρώσει στην πράξη προσπάθειες, την άρνηση συμμετοχής, αντιδράσεις, δικαστικές προσφυγές, κλπ που προκύπτουν από ιδιοκτήτες οικοπεδούχους που κατά κανόνα επιδιώκουν να πάρουν τα οφέλη της πολεοδόμησης χωρίς να εισφέρουν γη και χρήμα.
Όσον αφορά στις διαμαρτυρίες που ακούγονται για τη δυσβάστακτη εισφορά σε χρήμα, η λύση είναι η συγχρηματοδότηση του προϋπολογισμού των έργων υποδομής, (δηλαδή η συγχρηματοδότηση της εισφοράς σε χρήμα). Μια τέτοια εξέλιξη θα συνέβαλε σημαντικά τόσο στην κάμψη των αντιστάσεων (λογικών ή όχι) όσο και κυρίως στην πολεοδόμηση και ανάπτυξη Επιχειρηματικών Πάρκων Εξυγίανσης σε όλες τις μείζονες βιομηχανικές περιοχές της Αττικής (και της επικράτειας).
Μ’ αυτές τις σκέψεις ελπίζουμε ότι συμβάλουμε στη συζήτηση που γίνεται. Η αναλυτική επεξεργασία των ερωτημάτων που μας υπεβλήθησαν θα γίνει από τη Re.De-Plan AE Consultants και τον κο Μαν. Μπαλτά και θα ακολουθήσει γραπτό υπόμνημα, αν απαιτηθεί.
Για τον ΣΒΑΠ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΘΙΟΣ