Επιτυχής η παρουσία μας ως ΣΒΑΠ στην συνάντηση των Μελών του Συνδέσμου Βιομηχανιών των Ευρωπαϊκών Πρωτευουσών (BECC) στο Παρίσι

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Με ιδιαίτερη επιτυχία έκλεισε και με την παρουσία από ελληνικής πλευράς του ΣΒΑΠ η συνάντηση του BECC στο Παρίσι στις 13 Ιουλίου 2018. Ο ΣΒΑΠ ως αντιπρόεδρος του BECC παρουσίασε τις δυνατότητες επενδύσεων και συνεργασιών στην Ελλάδα στην βάση της προοπτικής εξόδους από το μνημόνιο του Αυγούστου του 2018. Έδωσε το στίγμα της οικονομικής μας πορείας και επεσήμανε φόβους και κινδύνους ενώ συγκέντρωσε στοιχεία για πρωτοβουλία των άλλων Ευρωπαϊκών Χωρών για ενδυνάμωση των μηχανισμών ανταγωνισμού και εξωστρέφειας. Η εκπρόσωπος του ΣΒΑΠ, Διευθύντρια Επικοινωνίας κ. Κατερίνα Ριμποπούλου εκτός από την ανάλυση των δικών μας θέσεων συγκέντρωσε και στοιχεία για πρωτοβουλίες άλλων κρατών-μελών σχετικά με τις επιχειρηματικές ευκαιρίες σε νέους επιχειρηματίες καθώς και για σχεδιασμούς πάνω σε θέματα τεχνολογίας και καινοτομίας. Ανάμεσα στα στοιχεία αυτά, που είναι στην διάθεσή σας στον βαθμό που σας ενδιαφέρουν, ξεχώρισαν το σχέδιο για επέκταση των συγκοινωνιακών δυνατοτήτων στο Παρίσι και καινοτομικές δράσεις της Κύπρου και της Ιταλίας. Τον Νοέμβριο του 2018, στην Ρώμη, θα γίνουν εκλογές για το νέο Δ.Σ. του BECC στο οποίο ο ΣΒΑΠ διεκδικεί εκ νέου την θέση του Αντιπροέδρου. Για το 2019 ως πρώτη εκδήλωση προγραμματίσθηκε όπως του Δ.Σ. του Φεβρουαρίου 2019 να πραγματοποιηθεί στην Λευκωσία και στο πλαίσιο του οποίου έχει προγραμματισθεί συνάντηση και με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.  Νίκο Αναστασιάδη. Προς πληρέστερη ενημέρωση σας αποστέλλουμε και τις επισημάνσεις του ΣΒΑΠ όπως αναλύθηκαν από την απεσταλμένη του στο Παρίσι κ. Ριμποπούλου.

Κυρίες και κύριοι,

Εκ μέρους του προέδρου του ΣΒΑΠ κ. Δημήτρη Μαθιού θα ήθελα να σας μεταφέρω τον χαιρετισμό για την σημερινή συνάντηση η οποία γίνεται σε μια εξόχως σημαντική περίοδο για την Ελλάδα. Τον επόμενο μήνα  με την έξοδο από το πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης, η Ελλάδα ανακτά, θα λέγαμε, επισήμως την κυριότητα της οικονομικής της πολιτικής.  Αυτό όμως δεν σημαίνει πως παράλληλα βγαίνει και από την κρίση. Οπότε σημασία  έχει πως, ταυτόχρονα, αναλαμβάνει και την κύρια ευθύνη της προσπάθειας για ανάκαμψη και έξοδο από την κρίση. Οφείλουμε συνεπώς να επικεντρώσουμε την προσοχή μας όχι στην έξοδο από το πρόγραμμα αλλά στην είσοδο μας σε μια νέα οικονομική πραγματικότητα που περιλαμβάνει σημαντικότατες δεσμεύσεις.  Η δέσμευση για υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα στα επόμενα χρόνια, περιορίζει ασφυκτικά τα περιθώρια για επιτάχυνση της ανάπτυξης με τολμηρές φορολογικές μειώσεις και υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις. Απαιτείται, επομένως, ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και μέτρων, με στόχο να δημιουργηθεί ο δημοσιονομικός χώρος για ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής, ευνοϊκό προς την ανάπτυξη. Εμείς πιστεύουμε πως το  σχέδιο αυτό θα πρέπει να εστιάζει σε συγκεκριμένους τομείς προτεραιότητας.

Σε πρώτη προτεραιότητα οφείλουν να τεθούν θέματα, όπως:

-Ο  ψηφιακός μετασχηματισμός

-Η  αναδιάρθρωση της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης,

- Η επιτάχυνση της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης,

-Η  αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και η αποτελεσματικότερη σύνδεσή του με τον κόσμο της παραγωγής.

- Νέα κίνητρα και μέτρα διευκόλυνσης των επενδύσεων σε στρατηγικά επιλεγμένους τομείς,

-Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για τη δημιουργία και τον εκσυγχρονισμό σημαντικών υποδομών

-Να αποκατασταθούν συνθήκες πιστωτικής επέκτασης, με έμφαση στη χρηματοδότηση  Επιχειρήσεων, με βιώσιμους και ανταγωνιστικούς όρους.  

-Να διαμορφωθεί  φιλικό προς την ανάπτυξη φορολογικού περιβάλλοντος, με ταυτόχρονη μείωση των μη παραγωγικών δαπανών του δημοσίου και βελτίωση της εισπραξιμότητας φόρων και εισφορών,

Συνεχίζοντας στην αποτύπωση της πραγματικότητας στην οικονομίας μας σήμερα οφείλουμε να δεχθούμε πως αποκαταστήσαμε τη δημοσιονομική πειθαρχία με σημαντική, όμως, υπερφορολόγηση της πραγματικής οικονομίας. Ισοσκελίσαμε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αλλά είναι ένας ισοσκελισμός που επιτεύχθηκε κυρίως στο σκέλος των υπηρεσιών λόγω της τουριστικής ανόδου. Αντιθέτως, στο εμπορικό ισοζύγιο, οι εισαγωγές προϊόντων υπερβαίνουν κατά 20 δις ευρώ τις εξαγωγές.

Γεγονός επίσης είναι πως βελτιώσαμε τη θέση μας στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας. Απέχουμε, όμως, ακόμη σημαντικά, από τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Η εικόνα είναι ανάμικτη. Αποφύγαμε μεν τη συντριβή, αλλά δεν καταφέραμε ακόμη να μετασχηματίσουμε όσο θα έπρεπε την οικονομία. Η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οι αντιστάσεις ακύρωσαν σε μεγάλο βαθμό τη μεταρρυθμιστική πορεία. Εάν είχαμε εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις στην οικονομία, οι επιπτώσεις της κρίσης δεν θα ήταν τόσο οδυνηρές, η έξοδος από το πρόγραμμα θα ήταν ταχύτερη και η οικονομία, σήμερα, θα ήταν πιο ανταγωνιστική. Πέρα, όμως από τις εσωτερικές προκλήσεις έχουμε και τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Μέσα λοιπόν σε αυτό το δύσκολο εσωτερικό αλλά και εξωτερικό πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο καλείται να κινηθεί η ελληνική επιχειρηματικότητα στο επόμενο διάστημα. Η έξοδος της Ελλάδας από τα Μνημόνια δε σημαίνει και έξοδο από την κρίση. Η Ελλάδα έχει αναλάβει δύσκολες δεσμεύσεις για πολλά χρόνια. Πρέπει να πετύχουμε πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, κάθε χρόνο, μέχρι και το 2022 και χοντρικά 2% του ΑΕΠ, κάθε χρόνο, έως το 2060. Η συμφωνία συνοδεύεται από σημαντικές δημοσιονομικές και διαρθρωτικές δεσμεύσεις στο πλαίσιο της μετα-μνημονιακής εποπτείας. Η ανάγκη για «τετραγωνισμό του κύκλου», που προκύπτει από την απροθυμία των εταίρων μας να προχωρήσουν σε μια πιο γενναία ελάφρυνση του χρέους και της κυβέρνησης να υιοθετήσει μια πιο φιλοεπιχειρηματική πολιτική, δημιουργεί ένα δημοσιονομικό και φορολογικό παράδοξο που κρατά ψηλά τους φόρους και εν τέλει αποτρέπει τη δυναμική αύξηση του ΑΕΠ. Τα τελευταία στοιχεία του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής της ελληνικής οικονομίας  προβλέπουν ρυθμό ανάπτυξης 2.2% κατά μέσο όρο, στην πενταετία 2018-2022. Γιατί, όμως, μόνο 2.2%; Όταν σε μια δεκαετία, το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 25% ο στόχος αυτός δεν αρκεί για να φύγει η οικονομία μπροστά. Γι αυτό εμείς πιστεύουμε πως για να πάρει μπροστά πάλι η οικονομία, και να μεγαλώσει η πίτα, για να δημιουργηθούν καλές θέσεις εργασίας, θα έπρεπε να στοχεύουμε σε μια αλματώδη ανάπτυξη της τάξης τουλάχιστον του 4% ετησίως. Χρειαζόμαστε ένα αναπτυξιακό και επενδυτικό τσουνάμι για να αναστρέψουμε την τεράστια ανεργία και να δημιουργήσουμε ξανά ευημερία και ελπίδα στην κοινωνία. Αυτή πρέπει να είναι η νέα «μεγάλη ιδέα» του πολιτικού συστήματος, του επιχειρηματικού κόσμου, αλλά και των πολιτών. Και σε αυτή την τροχιά πρέπει να κινηθούμε συνολικά.

Σας ευχαριστώ,

Αικατερίνη Ριμποπούλου

Διευθύντρια